Ήμουν μικρή. Ήμουν όντως τόσο μικρή για να το καταλάβω όλο αυτό. Όλο αυτό που μου έλεγαν ότι είναι η ενήλικη ζωή. Οι ευθύνες, οι σκληρές στιγμές, το τέλος της αγνότητας, το τέρμα της ξεγνοιασιάς, η γέννηση των ατελείωτων προβλημάτων. Δεν είναι έτσι, έλεγα! Δε μπορεί να ‘ναι μόνο έτσι!! Και απεγνωσμένα κρατιόμουν γατζωμένη στην αθάνατη παιδικότητά μου και στην αμφιταλαντευόμενα ρευστή αισιοδοξία της.
Τώρα όμως, τώρα που μέσα σε λιγότερο από ένα χρόνο της ενήλικης ζωής μου τα μάτια μου είδαν τόσα πολλά να συμβαίνουν γύρω μου, και τόσα να αλλάζουν μέσα μου, ανησυχώ. Και αναθεωρώ. Για την ακρίβεια, βρίσκομαι σε μια διαρκή ανησυχία και σε μια συνεχή αναθεώρηση.
Αδυνατώ να προσδιορίσω μια προσωπική ταυτότητα τώρα που έχω ελευθερία (?) πράξεων και επιλογών. Τώρα που το μονοπάτι μου το διαλέγω και το δημιουργώ εγώ. Και ίσως νιώθω άτυχη που ζω σ’αυτή την χώρα, αυτήν την εποχή. Τώρα που αυτή η χώρα πεθαίνει, χάνει τον εαυτό της, αλλάζει και χωρίζεται σε χίλια κομμάτια.
Ναι, νιώθω άτυχη γιατί όλα μετριούνται με αυτούς τους σιχαμένους αριθμούς. Λες και τόσες φιλοσοφίες των αρχαίων που με τιμή και καμάρι αποκαλούμε δικές μας, θάβονται κάτω από την πλεονεξία και την φιλοχρηματία στο όνομα της “επιβίωσης”. Λες και όλες αυτές οι φιλοσοφίες που ολόκληρος ο κόσμος αναγνωρίζει κι θαυμάζει, γράφτηκαν απλά για να ξεχαστούν στην στιγμή που χρειαζόμασταν πιο πολύ από κάθε άλλη φορα να γίνουν πράξη.
Ναι, σ αυτήν την χώρα ζω. Στην χώρα που σκοτώνει ότι όμορφο φτιάχνει. Και από αυτήν την χώρα, τώρα που έχω την ευκαιρία αρνούμαι να φύγω. Γιατί ένα μικρό, χαζό κομμάτι της παιδικότητας μου ζεί ακόμα, και την αγαπάει.
Και από την άλλη πλευρά της ενηλικίωσης τα απρόσμενα και απροβλεπτα και όμως δεδομένα της ζωής. Όπως αυτό, το τέλος της αιωνιότητας. Η εύθραυστη θνητότητα του ανθρώπου. Ανεξάρτητα από την ηλικία του, το φύλο του, την εθνικότητά του. Αυτό που μικροί δε μπορούσαμε να συλλάβουμε με το νου μας. Η μ΄΄ονη βεβαιότητα της ζωής που δεν τομλάμε καν να ονομάσουμε: ο θάνατος. Ή ο φόβος του..
Είναι καθημερινά γύρω μας. Ακόμα κι εκεί που απλά κάθεσαι, ακόμα κι εκεί που απλά γελάς. Κάτι μπορεί να συμβεί. Γιατί είμαστε μονάχα συναρμολογούμενες μαριονέτες που είχαμε την τύχη να μας χαριστεί η ζωή. Γιατί δώρο είναι αυτή η ζωή. Δεν επιλέξαμε να γεννηθούμε. Είχαμε την τύχη να γεννηθούμε.
Και αυτή η τόσο προσωρινή, όση κι αν είναι μας ανήκει. Κι όσο έχουμε τα χέρια μας, το πόδια μας, το σώμα μας και μπορούμε να αναπνέουμε, μπορούμε να κάνουμε τα πάντα. Τ’ακούς?? ΤΑ ΠΑΝΤΑ!
Kι αν κάτι πρέπει να κρατήσεις από τότε που ήσουν μικρός και μικρή είναι το χαμόγελο σου, όχι όμως και η άγνοια σου. Δεν υπάρχει μεγαλύτερο κατόρθωμα από το να χαμογελάς ένώ ξέρεις, ενώ είσαι συνειδητοποιημένος. Και η αισιοδοξία σου να ναι κάτι παραπάνω από ένα προϊόν προς κατανάλωση. Ναι ‘ναι βαθιά, και ειλικρινής. Ακόμα και απέναντι σε όλους και σε όλα όσα προσπαθούν να σε ρίξουν κάτω. Ακόμα και απέναντι σε όλα όσα δεν τολμάς να κοιτάξεις στα μάτια. Απέναντι ακόμα και σε αυτούς, του περαστικούς που έρχονται στην ζωή σου για να πουν απλά ένα “γεια”.. ή σε αυτούς που σε έκαναν για λίγο να χαθείς…
Αισιόδοξος να σαι ακόμα και απέναντι στον εαυτό σου που δε μπορεί να ζει χωρίς να σκέφτεται. Ούτε΄όμως μόνο να σκέφτεται, χωρίς να ζει.
Κι αν δεν υπάρχει σχεδον τιποτα για το οποίο να μαι σίγουρη συνεχίζω να πιστεύω. Και σε μένα, και σε σένα και σε σένα και σε εσένα.
Ίσως κι εγώ όπως κι εσύ να μην αντέχω να ακούω και να βλέπω άλλα. Όμως είναι πολύ νωρίς για να παριτηθούμε.
Είναι πάρα πολύ νωρίς.
